Το φετινό καλοκαίρι στην Ελλάδα μοιάζει βαρύ, όχι μόνο λόγω της ζέστης, αλλά εξαιτίας ενός αδιόρατου συλλογικού βάρους που όλο και περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν να μετατοπίζεται από το σώμα στο μυαλό και την ψυχή. Είναι η κόπωση που δεν οφείλεται μόνο στην καθημερινότητα, αλλά σε κάτι βαθύτερο: στη μακρόχρονη έκθεση σε διαδοχικές κρίσεις και στην αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει.
Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να εμπιστευτούν. Δυσκολεύονται να ελπίσουν. Μια διαρκής αβεβαιότητα, που άλλοτε μετατρέπεται σε θυμό και άλλοτε σε απάθεια, φαίνεται να διαπερνά κάθε ηλικία, κάθε επάγγελμα, κάθε γωνιά της χώρας. Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων που αφορούν τα οικονομικά της χώρας, η δυσκολία επιβίωσης, η σιωπηλή απελπισία, δεν είναι απλώς εικόνες στις ειδήσεις. Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθούν οι άνθρωποι να ζήσουν, να μεγαλώσουν παιδιά, να ονειρευτούν, να σχεδιάσουν.
Η συνεχής έκθεση σε έναν κόσμο που μοιάζει απειλητικός αφήνει ψυχικά αποτυπώματα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που περιγράφουν ένα αίσθημα παραίτησης. Μια αίσθηση πως, ακόμη κι αν φωνάξουν, κανείς δεν ακούει. Ακόμη κι αν προσπαθήσουν, τίποτα δεν θα αλλάξει. Είναι αυτό το είδος της ψυχικής κόπωσης που δεν φαίνεται απαραίτητα εξωτερικά, αλλά καθορίζει τον τρόπο που κάποιος λειτουργεί, που σχετίζεται, που επιλέγει , ή δεν επιλέγει.
Όταν οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους, όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και μεταξύ τους, τότε διαβρώνεται κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: η ίδια η κοινωνική συνοχή. Ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τον άλλον όχι ως σύμμαχο αλλά ως απειλή.
Και τότε η αποξένωση βαθαίνει. Η σιωπή μεγαλώνει. Η εσωστρέφεια μετατρέπεται σε γενικευμένο φόβο.
Δεν είναι όμως όλοι παραιτημένοι. Μέσα σ’ αυτή τη σιωπηλή καταιγίδα, υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να νοιάζονται. Υπάρχουν οικογένειες που προστατεύουν τα παιδιά τους από το άγχος, δάσκαλοι που προσπαθούν να εμπνεύσουν, νέοι που αρνούνται να συμβιβαστούν με το «τίποτα δεν αλλάζει». Υπάρχει ακόμη ελπίδα, αλλά είναι μια ελπίδα που δεν θορυβεί. Δεν υπόσχεται θαύματα. Απλώς επιμένει να υπάρχει, να κρατά τη φλόγα αναμμένη.
Σε περιόδους όπως αυτή, η φροντίδα για την ψυχική υγεία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση επιβίωσης. Ο καθένας από εμάς χρειάζεται να βρίσκει τρόπους να επεξεργάζεται όσα τον κατακλύζουν, να θέτει όρια στην πληροφορία, να συνδέεται με ανθρώπους που του προσφέρουν σταθερότητα. Όχι για να αγνοεί την πραγματικότητα, αλλά για να αντέχει μέσα της.
Η Ελλάδα έχει περάσει πολλά. Και συνεχίζει να δοκιμάζεται. Αυτό που θα κρίνει το πώς θα βγούμε από αυτή τη συλλογική περιδίνηση δεν είναι μόνο οι αποφάσεις των πολιτικών, αλλά και η αντοχή, η ευαισθησία και η εσωτερική δύναμη των ανθρώπων που ζουν σε αυτή τη χώρα. Γιατί η κοινωνία δεν είναι μόνο το σύνολο των προβλημάτων της. Είναι και οι ψυχές που συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η φροντίδα, η κατανόηση και η ελπίδα έχουν ακόμα θέση.
Και αυτή η πίστη, όσο εύθραυστη κι αν είναι, παραμένει η πιο ανθεκτική μορφή αντίστασης.

Αντώνιος Καλέντζης
Ψυχολόγος – Ειδικός στην Πολιτική Ψυχολογία
Μέλος της Political Psychology Section, British Psychological Society


